Ιατρεία Ψυχοθεραπείας, Συμβουλευτικής και Ομαδικής Ανάλυσης

Ψυχίατρος - Ψυχοθεραπευτής Οικονόμου Δημήτρης

Ιατρείο Ν.Σμύρνης

Διεύθυνση: Κωνσταντίνου Παλαιολόγου 9
Τ.Κ 17121 Νέα Σμύρνη

Τηλέφωνο +30 210 - 9333360
Κινητό τηλέφωνο 694 5462547

Mail: psoa.10@gmail.com
Mail: info@psychiatros-neasmyrni.gr


Ωράριο λειτουργίας

Δευτέρα έως Πέμπτη από τις 10:00 π.μ. -14:00 μ.μ & 17:00 μ.μ έως 21:00 μ.μ
(Κατόπιν ραντεβού)


Ιατρείο Χαλκίδας

Διεύθυνση: Τσιριγώτη 7 ( πλατεία Αγ.Νικολάου)
Τ.Κ.34100 Χαλκίδα

Τηλέφωνο +30 22213 -10322
Κινητό τηλέφωνο 694 5462547

Mail: psoa.10@gmail.com
Mail: info@psychiatros-neasmyrni.gr


Ωράριο λειτουργίας

Παρασκευή 09:00 π.μ - 21:00 μ.μ & Σάββατο 09:00 π.μ - 14:00 μ.μ
(Κατόπιν ραντεβού)

Στην αρχή

Ψυχική Υγεία

Περί αντικαταθλιπτικών

Τα αντικαταθλιπτικα φάρμακα μπορούν να είναι ένας σημαντικος συμμαχος για τους ανθρώπους που αγωνίζονται με την κατάθλιψη. Όμως όπως όλα τα φάρμακα, ειναι δυνατόν να προκαλέσουν παρενέργειες , για αυτό είναι σημαντικό να είστε  ενήμεροι για τις αλλαγές στο οργανισμό  σας όταν αρχίσετε οποιαδήποτε νέα φαρμακευτική αγωγή. Εάν έχετε οποιεσδήποτε παρενέργειες απο κάποιο αντικαταθλιπτικό, ενημερώστε αμέσως το γιατρό σας και  για πολλές από τις ήπιες  παρενέργειες, μπορεί να βοηθήσουν  μερικά απλά βήματα . Εδώ είναι μερικές προτάσεις για τη διαχείριση των ήπιων παρενέργειων των αντικαταθλιπτικών, πάντα σε συνεννόηση με το γιατρό σας. 


Ξηροστομία . Εκτός από το να πίνετε νερό, βοηθά να μασάτε τσίχλες χωρίς ζάχαρη και βουρτσίστε τα δόντια σας συχνά.

Δυσκοιλιότητα. Τρώτε δημητριακά ολικής αλέσεως, δαμάσκηνα και χορταστικές μερίδες φρούτων και λαχανικών. Η ενυδάτωση επίσης είναι σημαντική. 

Εάν έχετε δυσκολία στην έναρξη της ούρησης, ο γιατρός σας μπορεί να είναι σε θέση να προσαρμόσει την φαρμακευτική σας αγωγή και να ανακουφίσει  αυτό το πρόβλημα. 

Ζάλη. Ξαφνικές αλλαγές στη θέση του σώματος σας , μπορεί να οδηγήσουν  σε μια απότομη πτώση της πίεσης του αίματος και να προκληθεί  ζάλη. Για να αντιμετωπιστεί αυτό, να μετακινήστε αργά όταν σηκωθείτε από μια καρέκλα ή από το κρεβάτι. Επίσης, βοηθά και εδώ η καλή ενυδάτωση.

Υπνηλία στη διάρκεια της ημέρας . Αυτό το ζήτημα συνήθως παρουσιάζεται στην αρχή της θεραπείας και δε διαρκεί  πολύ καιρό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να βοηθήσει αν πάρετε τα  φάρμακα κατά την κατάκλιση, αλλά ρωτήστε το γιατρό σας σχετικά με αυτό. Αν αισθάνεστε υπνηλία, μην οδηγείτε ή μην κάνετε βαριές και επικίνδυνες εργασίες.

Προβλήματα στον ύπνο. Συχνά αυτό βελτιώνεται μετά από λίγες εβδομάδες, αλλά μερικές φορές μπορεί να χρειαστεί τροποποίηση φαρμακευτικής αγωγής από το γιατρό σας . 

Ναυτία. Συχνά, η ναυτία εξαφανίζεται μέσα σε λίγες εβδομάδες. Ίσως βοηθήσει να παίρνετε το φάρμακο αμέσως μετά από ένα σημαντικό γεύμα, κάτι που συχνά προτείνουν οι ψυχίατροι. 

Νευρικότητα . Ίσως να αισθάνεστε νευρικός ή ανήσυχος όταν αρχίσετε να παίρνετεένα φάρμακο.  Τα συναισθήματα  εκνευρισμού μπορεί να περάσουν  μέσα σε λίγες εβδομάδες. Όμως σε σχετικά σπάνιες περιπτώσεις, η νευρικότητα μπορεί να εξακολουθεί να υπάρχει :μερικές φορές είναι πρώιμο σύμπτωμα επιδείνωσης της κατάθλιψης ή μανία , ενημερώστε το θεράποντα. 

Κεφαλαλγία.  Επεισόδια κεφαλαλγίας μπορούμε να έχουμε στην αρχή με διάφορη συχνότητα . Για κάποιους εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά συνήθως εξαφανίζονται μέσα σε λίγες εβδομάδες. 


Σεξουαλικά προβλήματα
. Μερικές φορές σεξουαλικά προβλήματα είναι παροδικά ή δε σχετίζονται με το φάρμακο. Μιλήστε με το γιατρό σας σχετικά με τα σεξουαλικά προβλήματα που επιμένουν για περισσότερο από λίγες εβδομάδες. 


Αν τυχόν παρενέργειες αντικαταθλιπτικών συνεχίζουν να σας ενοχλούν , ο γιατρός σας μπορεί να αλλάξει τη δοσολογία σας σας, την ώρα της ημέρας που παίρνετε το φάρμακο, μπορεί να συστήσει αλλαγές η συνδυασμούς  φαρμάκων ή αντικατάσταση φαρμάκων με άλλες μορφές θεραπείας. Πάρτε όλα τα φάρμακα, σύμφωνα με τις οδηγίες, και μην σταματήσετε να τα  παίρνετε απότομα χωρίς να μιλήσετε με το γιατρό σας πρώτα. Ακόμη και για αυτές τις απλές συμβουλές διαχείρισης των ήπιων παρενεργειών των αντικαταθλιπτικών , να έρθετε σε επαφή μαζί του πρώτα. 

Πηγή : Harvard medical school 

 

Επιμέλεια θέματος 

Δημήτρης Οικονόμου Ψυχίατρος
Κωνσταντινόπουλος Παναγιώτης Ειδικός παθολόγος 

Σημαντικές έννοιες Ψυχικής Υγείας

Ας προσεγγίσουμε κάποιες βασικές έννοιες που αφορούν τον ευαίσθητο χώρο της ψυχικής υγείας ευελπιστώντας να βοηθήσουμε στη σωστή επιλογή ειδικού όταν αντιμετωπίζουμε (ή δεν αντιμετωπίζουμε) κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας και να συμβάλλουμε στην αποσαφήνιση όρων και εννοιών που συχνά μπερδεύουν...

Ψυχίατρος: είναι ο γιατρός που ειδικεύεται στη θεραπεία των ψυχικών ασθενειών. Δηλαδή είναι ένας γιατρός που έχει πτυχίο πρώτα από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου (6 χρόνια) και στη συνέχεια έχει ειδικευτεί (για άλλα 5 χρόνια) στη Ψυχιατρική. Αποκτά την Άδεια Άσκησης στη Ψυχιατρική ειδικότητα μετά από επιτυχείς εξετάσεις στην έδρα της Ψυχιατρικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου. Στη συνέχεια χρειάζεται και άδεια από τη τοπική νομαρχία. Η ελάχιστη χρονική διάρκεια των σπουδών του Ψυχιάτρου είναι λοιπόν συνολικά 11 Πανεπιστημιακά χρόνια.

Ο Ψυχίατρος περιθάλπτει τις ασθένειες που συνδέονται με τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής, είτε είναι φυσικής (βιολογικής), είτε ψυχολογικής, είτε κοινωνικής προέλευσης. Η κατάθλιψη , η << νεύρωση >>, οι ψυχώσεις, οι ψυχοσωματικές ασθένειες, το στρες (το άγχος ), η εξάρτηση από το αλκοόλ, τα προβλήματα προσαρμογής σε μια νέα κατάσταση είναι τέτοια παραδείγματα.

Ο Ψυχίατρος χρησιμοποιεί ως εργαλεία δουλειάς τα Φάρμακα ( σε επόμενο άρθρο θα αναφερθούμε στις κατηγορίες τους ) ,τη ψυχοθεραπεία ή συνδυασμό των 2 αυτών θεραπευτικών μεθόδων.

Ψυχοθεραπεία: Είναι η θεραπευτική παρέμβαση που βασίζεται στη λεκτική επικοινωνία ανάμεσα στον θεραπευόμενο και τον θεραπευτή, (δηλαδή ως θεραπευτικό μέσο χρησιμοποιούνται τα λόγια) και στη σχέση μεταξύ τους, η οποία αποσκοπεί στο να βοηθήσει τον ασθενή (ή θεραπευόμενο) να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του, να προσαρμοστεί στη ζωή, να ανακουφιστεί από τα δυσάρεστα ψυχολογικά συμπτώματα του, να βελτιώσει τη νοητική του κατάσταση ή/και να συμβάλλει στη κοινωνική του επανένταξη, επιτρέποντας του να ζήσει μια όσο το δυνατόν πιο ικανοποιητική ζωή.

Υπάρχουν αρκετές σχολές Ψυχοθεραπείας οι κυριότερες των οποίων ειναι οι εξής: Ψυχανάλυση, Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεία, Γνωσιακή Ψυχοθεραπεία, Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία, Οικογενειακή Ψυχοθεραπεία, Ομαδική Ψυχοθεραπεία, κτλ. (σε επόμενο άρθρο θα αναφερθούμε στις βασικές διαφορές).

Συμβουλευτική: Ο όρος συμβουλευτική περιλαμβάνει διάφορες μη – ειδικές θεραπευτικές παρεμβάσεις. Στόχος της είναι κυρίως η συναισθηματική κατανόηση και υποστήριξη του ασθενή, η παροχή πληροφοριών και η επίλυση προβλημάτων. Η γνησιότητα της σχέσης ιατρού­ ασθενούς είναι το κύριο συστατικό της θεραπευτικής προσέγγισης.

Συνοψίζοντας τις παραπάνω έννοιες θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Ψυχίατρος έχει 2 Θεραπευτικά <<όπλα >> στη θεραπευτική του φαρέτρα, τα φάρμακα (βιολογική ­ παρέμβαση) και τη ψυχοθεραπεία (ψυχολογική παρέμβαση).

Δημήτρης Χ. Οικονόμου
Ψυχίατρος­ - Ψυχοθεραπευτής
psoa.10@gmail.com

Σχέση Γιατρού ­ Αρρώστου (Μέρος Α)

Η διαμόρφωση μιας στενής, θετικής και σταθερής σχέσης ανάμεσα στο γιατρό και τον άρρωστο έχει θεραπευτική σημασία. Αυτό ισχύει για οποιονδήποτε άρρωστο, είτε πάσχει από σωματικό νόσημα, είτε πάσχει από ψυχικό νόσημα.

Η σχέση γιατρού – αρρώστου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εξασφαλιστεί η απαραίτητη προυπόθεση για κάθε θεραπευτική παρέμβαση, δηλαδή η συμμόρφωση στη θεραπεία. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι μπορεί να τροποποιήσει την αποτελεσματικότητα μιας θεραπείας (π.χ. την έκβαση μιας χειρουργικής επέμβασης), να μειώσει την πιθανότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. συγχυτικών παραληρημάτων μετά από χειρουργική επέμβαση) και να αμβλύνει τις επιπτώσεις από μια αποτυχημένη θεραπευτική παρέμβαση.

Επομένως είναι ένα εργαλείο στα χέρια του γιατρού που μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς όφελος του αρρώστου.

Τα άτομα που συμμετέχουν στη σχέση δηλαδή ο γιατρός και ο άρρωστος, φέρνουν στη σχέση τη προσωπική τους ιστορία ,δηλαδή τη γενετική τους προικοδότηση, τα παιδικά τους βιώματα, το χαρακτήρα τους, τις εμπειρίες τους, τις προσωπικές τους συνήθειες και προκαταλήψεις, το κοινωνικό­οικονομικό ,μορφωτικό και πολιτισμικό τους επίπεδο. Πρόκειται λοπόν για μια πολύπλοκη και πολυδιάστατη σχέση.

Η σημασία της σχέσης του γιατρού με τον άρρωστο του συνήθως παραμελείται, γιατί ο γιατρός δεν έχει την εκπαίδευση, το χρόνο και ίσως ούτε τη διάθεση να ασχοληθεί μαζί της.

Υπάρχει μιά γενική υποεκτίμηση της θεραπευτικής σημασίας της σχέσης και οι επιπτώσεις της υποεκτίμησης αυτής αφορούν κατά κύριο λόγο τον άρρωστο (που η θεραπεία του παραβλάπτεται), αλλά και το γιατρό (που δεν έχει τα θεραπευτικά αποτελέσματα που θα περίμενε).

Στη ψυχιατρική, η σημασία της σχέσης γιατρού αρρώστου έχει επισημανθεί εδώ και πολλά χρόνια. Οι ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις οποιασδήποτε έμπνευσης έχουν ως προυπόθεση την ύπαρξη ή το χτίσιμο μιας τέτοιας σχέσης και είναι πολλοί αυτοί που πιστεύουν ότι το θεραπευτικό αποτέλεσμα της ψυχοθεραπείας εξαρτάται περισσότερο από τη προσωπικότητα του θεραπευτή, τη προσωπικότητα του θεραπευόμενου και τη σχέση μεταξύ τους και λιγότερο από το είδος της ψυχοθεραπείας που εφαμόζεται.

Ας δούμε τώρα ποιοί βασικοί ψυχολογικοί μηχανισμοί συντελούν στη διαμόρφωση της σχέσης του γιατρού με τον άρρωστο του.

Στη παιδική μας ηλικία βρισκόμαστε σε μια σχέση εξάρτησης από τους γονείς μας. Μαθαίνουμε ότι κάθε μας επιθυμία ικανοποιείται, κάθε πόνος μαλακώνει και κάθε πρόβλημα λύνεται με την παρέμβαση των παντοδύναμων ενηλίκων ,που μας προστατεύουν και μας αγαπούν. Αυτούς τους ενηλίκους επικαλούμαστε σε περίπτωση κινδύνου ή δυσπραγίας με τη προσδοκία βοήθειας, μια προσδοκία που σπάνεια διαψεύδεται.

Αυτή η προσδοκία βοήθειας αναβιώνει όταν αργότερα, ως ενήλικοι, τυχαίνει να αρρωστήσουμε και να καταφύγουμε στη βοήθεια του γιατρού. Στο πρόσωπο του γιατρού μεταβιβάζουμε την προσδοκία βοήθειας που είχαμε παλαιότερα από του γονείς μας.

Σχέση Γιατρού ­ Αρρώστου (Μέρος Β)

Στο πρόσωπο του γιατρού μεταβιβάζουμε την προσδοκία βοήθειας που είχαμε παλιότερα για τους γονείς μας. Με ψυχαναλυτικούς όρους, το φαινόμενο αυτό λέγεται μεταβίβαση.

Μεταβιβάζουμε τις θετικές μας προσδοκίες από τους γονείς μας στο γιατρό, περιμένοντας από το γιατρό την ίδια θετική συμπεριφορά που είχαν απέναντί μας οι γονείς μας.

Εμπιστευόμαστε το γιατρό και συνεργαζόμαστε μαζί του. Τι γίνεται τώρα στην περίπτωση που οι παιδικές εμπειρίες από τους γονείς ήταν αρνητικές; Στην περίπτωση αυτή, αντί για εμπιστοσύνη υπάρχει καχυποψία απέναντι στο γιατρό, η συνεργασία παραβλάπτεται και η θεραπευτική σχέση παίρνει καιρό να εγκατασταθεί ή δεν εγκαθίσταται ποτέ, με αυτονόητες αρνητικές συνέπειες και επιπτώσεις στην υγεία του ασθενούς.

Ένας άλλος ψυχολογικός μηχανισμός που μπορεί να παίξει θετικό ρόλο είναι ο μηχανισμός της ταύτισης, ένας μηχανισμός που αναπτύσσεται σε όλους μας από τα παιδικά μας χρόνια μέχρι την ενήλικη ζωή. Ταυτιζόμαστε με σημαντικά πρόσωπα στη ζωή μας, γονείς,δασκάλους, ηθοποιούς, πολιτικούς και θέλουμε να τους μοιάσουμε . Ο γιατρός (ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που η θεραπεία είναι μακροχρόνια) μπορεί να παίξει ένα θετικό ρόλο, προσφέροντας τον εαυτό του ως πρότυπο για ταύτιση. Βέβαια αναγκαία προυπόθεση για τις θετικές επιπτώσεις μιας τέτοιας ταύτισης είναι το πρότυπο να έχει θετικές ιδιότητες.

Στο σημείο αυτό είναι σκόπιμο να τονιστεί ότι ο γιατρός εκτός από τις γνώσεις, πρέπει να έχει και τις κατάλληλες δεξιότητες και στάσεις.

Ποιές είναι οι δεξιότητες και στάσεις που πρέπει να έχει ο γιατρός για να αποκτήσει μια θετική θεραπευτική σχέση με τον άρρωστό του;

Πρώτα – πρώτα πρέπει να μάθει να ακούει. Αυτό δεν είναι εύκολο για ένα γιατρό που είναι συνηθισμένος να προσεγγίζει τις κλινικές καταστάσεις με ανυπομονησία και βιασύνη και πάντα από θέση ισχύος.

Πρέπει να μάθει να ακούει και αυτά που δεν λέγονται, δηλ. να αντιλαμβάνεται τα υπόγεια ρεύματα της επικοινωνίας, που πολλές φορές δίνουν πιο σημαντικές πληροφορίες από αυτές που προκύπτουν από τη λεκτική επικοινωνία. Να αντλεί ενδείξεις για τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις του αρρώστου από την έκφραση του προσώπου του, από τις κινήσεις του σώματός του ,από τις αιφνίδιες σιωπές του και από τις άλλες εξω­λεκτικές αντιδράσεις.

Πρέπει να μπορεί να ακούει συγχρόνως αυτά που λέγονται και αυτά που δεν λέγονται, αναγνωρίζοντας ότι η επικοινωνία δύο ανθρώπων γίνεται συγχρόνως σε πολλά επίπεδα.

Πρέπει να έχει ενεργό και ειλικρινές ενδιαφέρον για τον άρρωστό του και να εγκαθιστά θεραπευτική συμμαχία μαζί του.

Πρέπει να έχει σαφή αντίληψη των ορίων μιας θεραπευτικής σχέσης και να μην υποκύπτει στο πειρασμό αποκλίσεων από το καθαρά επαγγελματικό χαρακτήρα της σχέσης.

Συμπερασματικά, η διαμόρφωση και συντήρηση μιας θεραπευτικής σχέσης γιατρού – ασθενούς δεν υπαγορεύεται μόνο από το ανθρωπιστικό ή δεοντολογικό καθήκον. Είναι ένα εργαλείο στα χέρια του γιατρού, που μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιηθεί επαγωγικά για την υγεία του ασθενούς.